Το Institute on Taxation and Economic Policy (ITEP) υπολογίζει ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές κατέβαλαν περίπου 53,8 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον για βενζίνη και καύσιμα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η επιβάρυνση αυτή αντιστοιχεί σε περισσότερα από 400 δολάρια ανά αμερικανικό νοικοκυριό
Η υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης (Memorandum of Understanding – MOU) μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν σηματοδότησε το τέλος, τουλάχιστον προσωρινά, μιας σύγκρουσης που προκάλεσε σοβαρές ανθρώπινες, στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες.
Παρότι η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε τη συμφωνία ως επιτυχία, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι το συνολικό κόστος του πολέμου υπήρξε εξαιρετικά υψηλό, ενώ τα απτά οφέλη παραμένουν αμφισβητούμενα.
Από οικονομικής πλευράς, οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι το βάρος της σύγκρουσης μεταφέρθηκε άμεσα στους καταναλωτές μέσω της ενέργειας, των μεταφορών και του γενικότερου κόστους ζωής.
Το Institute on Taxation and Economic Policy (ITEP) υπολογίζει ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές κατέβαλαν περίπου 53,8 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον για βενζίνη και καύσιμα κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Η επιβάρυνση αυτή αντιστοιχεί σε περισσότερα από 400 δολάρια ανά αμερικανικό νοικοκυριό.
Αν και μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας οι μέσες τιμές της βενζίνης υποχώρησαν κάτω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι για πρώτη φορά από τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου 25% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα του προηγούμενου έτους.
Θα αργήσει η αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας
Οι αναλυτές της αγοράς ενέργειας επισημαίνουν ότι η αποκλιμάκωση των τιμών δεν θα είναι άμεση.
Η επαναφορά των πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Hormuz απαιτεί χρόνο, καθώς οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Περσικού Κόλπου θα πρέπει να επανεκκινήσουν σταδιακά την παραγωγή και τη διανομή τους.
Παράλληλα, ναυτιλιακές εταιρείες και πλοιοκτήτες εξακολουθούν να αξιολογούν τον βαθμό ασφάλειας της διέλευσης, ενώ τα διυλιστήρια έχουν ήδη αγοράσει ακριβότερο αργό πετρέλαιο αρκετές εβδομάδες πριν, γεγονός που καθυστερεί τη μεταφορά τυχόν μειώσεων στις τελικές τιμές καυσίμων.
Ο αναλυτής της αγοράς πετρελαίου Patrick De Haan της GasBuddy εκτιμά ότι η πλήρης επιστροφή των τιμών στα προπολεμικά επίπεδα ενδέχεται να απαιτήσει πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια, με ορίζοντα αποκατάστασης έως τα μέσα ή και τα τέλη του 2027.

Οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι μακροοικονομικές προβλέψεις
Η κρίση στα Στενά του Hormuz προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις πολύ πέρα από την αγορά πετρελαίου.
Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, καθώς μέσω αυτής διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Η διακοπή της κυκλοφορίας είχε ως αποτέλεσμα όχι αποκλειστικά ελλείψεις και αυξήσεις τιμών στα καύσιμα, αλλά και σοβαρές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες λιπασμάτων, τροφίμων, χημικών προϊόντων, βιομηχανικών πρώτων υλών και καταναλωτικών αγαθών.
Οι τιμές των λιπασμάτων αυξήθηκαν κατά περίπου 47%, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος της αγροτικής παραγωγής και οδηγώντας σε ανατιμήσεις σε βασικά είδη διατροφής.
Οι εν λόγω επιπτώσεις αποτυπώθηκαν και στις διεθνείς μακροοικονομικές προβλέψεις.
Η Παγκόσμια Τράπεζα αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, περιορίζοντάς την στο 2,5%, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο από την περίοδο της πανδημίας Covid-19.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφηκαν στις αναπτυσσόμενες οικονομίες και στις χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας.
Η Moody’s Analytics υπολογίζει ότι το συνολικό κόστος του πολέμου για Αμερικανούς καταναλωτές και φορολογουμένους ανέρχεται ήδη σε περίπου 132 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ποσό αυτό περιλαμβάνει τόσο τις αυξημένες δαπάνες για καύσιμα όσο και τις ευρύτερες πληθωριστικές επιπτώσεις στην οικονομία.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν περιλαμβάνει το πλήρες στρατιωτικό κόστος, το οποίο εξακολουθεί να αυξάνεται.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει από το Κογκρέσο συμπληρωματική χρηματοδότηση ύψους 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κάλυψη των άμεσων δαπανών του πολέμου και συναφών επιχειρήσεων. Ακόμη και αυτή η εκτίμηση θεωρείται συντηρητική.
Δεν περιλαμβάνει το κόστος αποκατάστασης 20 αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Μέση Ανατολή που υπέστησαν ζημιές από ιρανικές επιθέσεις, ούτε το κόστος αντικατάστασης ή επισκευής σαράντα δύο επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Εξαντλούνται τα αποθέματα των ΗΠΑ
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η εξάντληση των αμερικανικών στρατιωτικών αποθεμάτων.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν περισσότερους από 1.000 πυραύλους cruise τύπου Tomahawk και περισσότερους από 1.500 αντιαεροπορικούς πυραύλους κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Μεταξύ των πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν περιλαμβάνεται περισσότερο από το ήμισυ του προπολεμικού αποθέματος πυραύλων Patriot, οι οποίοι θεωρούνται κρίσιμοι για την αεράμυνα συμμάχων όπως η Ουκρανία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται η Wall Street Journal, η πλήρης αναπλήρωση των αποθεμάτων αυτών ενδέχεται να απαιτήσει έως και έξι χρόνια, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την ετοιμότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση μιας νέας μεγάλης κρίσης με τη Ρωσία ή την Κίνα.
Εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οικονομικές επιπτώσεις ήταν επίσης ιδιαίτερα βαριές.
Οι χώρες του Περσικού Κόλπου υπέστησαν ζημιές που υπολογίζονται σε περίπου 58 δισεκατομμύρια δολάρια.
Για το Ιράν, οι εκτιμήσεις είναι ακόμη πιο δραματικές.
Το κόστος ανοικοδόμησης της χώρας υπολογίζεται ότι μπορεί να φθάσει τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, εξαιτίας των ζημιών σε υποδομές, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ενεργειακά δίκτυα και στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τους αναλυτές του άρθρου, το Ιράν διατήρησε σημαντικό μέρος του πυραυλικού και μη επανδρωμένου οπλοστασίου του, ενώ εξακολουθεί να διαθέτει τεχνογνωσία και αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο μέλλον.

Τα κέρδη των Big Oil
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά οικονομικά στοιχεία της σύγκρουσης αφορά τα κέρδη της πετρελαϊκής βιομηχανίας.
Η περιβαλλοντική οργάνωση 350.org υπολόγισε ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο κατέβαλαν περίπου 374 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον προς τις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω της ανόδου των τιμών.
Με βάση σενάρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η ίδια οργάνωση εκτιμά ότι το ποσό αυτό θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του έτους, ακόμη και αν η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ αποκατασταθεί πλήρως.
Ουσιαστικά, η κρίση λειτούργησε ως ένας μηχανισμός μαζικής μεταφοράς πλούτου από καταναλωτές και επιχειρήσεις προς τον τομέα των ορυκτών καυσίμων.
Παράλληλα, η ίδια η συμφωνία τερματισμού του πολέμου συνεπάγεται σημαντικό οικονομικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το Μνημόνιο Κατανόησης προβλέπει σταδιακή άρση των κυρώσεων κατά του Ιράν, αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και τη δημιουργία ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι παραχωρήσεις αυτές αποτελούν ουσιαστικά το τίμημα που καταβλήθηκε προκειμένου να εξασφαλιστεί η επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz και να αποφευχθεί μια ακόμη βαθύτερη παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Επιπλέον, η συμφωνία προβλέπει ελεύθερη διέλευση από τα Στενά μόνο για εξήντα ημέρες, ενώ υπάρχουν φόβοι ότι στη συνέχεια η Τεχεράνη, σε συνεργασία με το Ομάν, θα επιδιώξει την επιβολή τελών διέλευσης στα πλοία, δημιουργώντας ένα νέο, μόνιμο κόστος για το παγκόσμιο εμπόριο.
Εφιαλτικός ο συνολικός λογαριασμός
Συνολικά, εάν συνυπολογιστούν το κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές και φορολογουμένους (132 δισ. δολάρια), η συμπληρωματική στρατιωτική χρηματοδότηση (80 δισ.), οι ζημιές στις χώρες του Κόλπου (58 δισ.), το εκτιμώμενο κόστος ανοικοδόμησης του Ιράν (300 δισ.) και το ταμείο ανοικοδόμησης που προβλέπει η συμφωνία (300 δισ.), προκύπτει ένα άμεσο οικονομικό αποτύπωμα που προσεγγίζει τα 870 δισεκατομμύρια δολάρια.
Εάν προστεθούν και τα έκτακτα κέρδη των ενεργειακών εταιρειών ύψους 374 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το συνολικό οικονομικό βάρος ξεπερνά τα 1,24 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Στο δυσμενέστερο σενάριο, όπου τα ενεργειακά υπερκέρδη φθάσουν τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια, το συνολικό κόστος της κρίσης θα μπορούσε να αγγίξει τα 1,57 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται, η σύγκρουση φαίνεται να προκάλεσε ένα τεράστιο οικονομικό, στρατιωτικό και κοινωνικό βάρος, χωρίς να επιτύχει πλήρως τους αρχικούς στρατηγικούς στόχους που είχαν τεθεί.
Αντίθετα, άφησε πίσω της μια εύθραυστη συμφωνία, αυξημένες ενεργειακές τιμές, εξασθενημένα στρατιωτικά αποθέματα, υψηλό κόστος ανοικοδόμησης και μια παγκόσμια οικονομία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της μεγαλύτερης ενεργειακής αναταραχής μετά την πανδημία.
Την ίδια ώρα, η συμφωνία κρίνεται ευθραυστή, και τίποτα δεν προδικάζει ότι δεν θα επεναληφθούν οι πολεμικές συγκρούσεις.
www.bankingnews.gr
Παρότι η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε τη συμφωνία ως επιτυχία, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι το συνολικό κόστος του πολέμου υπήρξε εξαιρετικά υψηλό, ενώ τα απτά οφέλη παραμένουν αμφισβητούμενα.
Από οικονομικής πλευράς, οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι το βάρος της σύγκρουσης μεταφέρθηκε άμεσα στους καταναλωτές μέσω της ενέργειας, των μεταφορών και του γενικότερου κόστους ζωής.
Το Institute on Taxation and Economic Policy (ITEP) υπολογίζει ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές κατέβαλαν περίπου 53,8 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον για βενζίνη και καύσιμα κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Η επιβάρυνση αυτή αντιστοιχεί σε περισσότερα από 400 δολάρια ανά αμερικανικό νοικοκυριό.
Αν και μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας οι μέσες τιμές της βενζίνης υποχώρησαν κάτω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι για πρώτη φορά από τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου 25% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα του προηγούμενου έτους.
Θα αργήσει η αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας
Οι αναλυτές της αγοράς ενέργειας επισημαίνουν ότι η αποκλιμάκωση των τιμών δεν θα είναι άμεση.
Η επαναφορά των πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Hormuz απαιτεί χρόνο, καθώς οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Περσικού Κόλπου θα πρέπει να επανεκκινήσουν σταδιακά την παραγωγή και τη διανομή τους.
Παράλληλα, ναυτιλιακές εταιρείες και πλοιοκτήτες εξακολουθούν να αξιολογούν τον βαθμό ασφάλειας της διέλευσης, ενώ τα διυλιστήρια έχουν ήδη αγοράσει ακριβότερο αργό πετρέλαιο αρκετές εβδομάδες πριν, γεγονός που καθυστερεί τη μεταφορά τυχόν μειώσεων στις τελικές τιμές καυσίμων.
Ο αναλυτής της αγοράς πετρελαίου Patrick De Haan της GasBuddy εκτιμά ότι η πλήρης επιστροφή των τιμών στα προπολεμικά επίπεδα ενδέχεται να απαιτήσει πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια, με ορίζοντα αποκατάστασης έως τα μέσα ή και τα τέλη του 2027.

Οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι μακροοικονομικές προβλέψεις
Η κρίση στα Στενά του Hormuz προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις πολύ πέρα από την αγορά πετρελαίου.
Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, καθώς μέσω αυτής διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Η διακοπή της κυκλοφορίας είχε ως αποτέλεσμα όχι αποκλειστικά ελλείψεις και αυξήσεις τιμών στα καύσιμα, αλλά και σοβαρές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες λιπασμάτων, τροφίμων, χημικών προϊόντων, βιομηχανικών πρώτων υλών και καταναλωτικών αγαθών.
Οι τιμές των λιπασμάτων αυξήθηκαν κατά περίπου 47%, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος της αγροτικής παραγωγής και οδηγώντας σε ανατιμήσεις σε βασικά είδη διατροφής.
Οι εν λόγω επιπτώσεις αποτυπώθηκαν και στις διεθνείς μακροοικονομικές προβλέψεις.
Η Παγκόσμια Τράπεζα αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, περιορίζοντάς την στο 2,5%, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο από την περίοδο της πανδημίας Covid-19.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφηκαν στις αναπτυσσόμενες οικονομίες και στις χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας.
Η Moody’s Analytics υπολογίζει ότι το συνολικό κόστος του πολέμου για Αμερικανούς καταναλωτές και φορολογουμένους ανέρχεται ήδη σε περίπου 132 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ποσό αυτό περιλαμβάνει τόσο τις αυξημένες δαπάνες για καύσιμα όσο και τις ευρύτερες πληθωριστικές επιπτώσεις στην οικονομία.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν περιλαμβάνει το πλήρες στρατιωτικό κόστος, το οποίο εξακολουθεί να αυξάνεται.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει από το Κογκρέσο συμπληρωματική χρηματοδότηση ύψους 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κάλυψη των άμεσων δαπανών του πολέμου και συναφών επιχειρήσεων. Ακόμη και αυτή η εκτίμηση θεωρείται συντηρητική.
Δεν περιλαμβάνει το κόστος αποκατάστασης 20 αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Μέση Ανατολή που υπέστησαν ζημιές από ιρανικές επιθέσεις, ούτε το κόστος αντικατάστασης ή επισκευής σαράντα δύο επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Εξαντλούνται τα αποθέματα των ΗΠΑ
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η εξάντληση των αμερικανικών στρατιωτικών αποθεμάτων.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν περισσότερους από 1.000 πυραύλους cruise τύπου Tomahawk και περισσότερους από 1.500 αντιαεροπορικούς πυραύλους κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Μεταξύ των πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν περιλαμβάνεται περισσότερο από το ήμισυ του προπολεμικού αποθέματος πυραύλων Patriot, οι οποίοι θεωρούνται κρίσιμοι για την αεράμυνα συμμάχων όπως η Ουκρανία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται η Wall Street Journal, η πλήρης αναπλήρωση των αποθεμάτων αυτών ενδέχεται να απαιτήσει έως και έξι χρόνια, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την ετοιμότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση μιας νέας μεγάλης κρίσης με τη Ρωσία ή την Κίνα.
Εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οικονομικές επιπτώσεις ήταν επίσης ιδιαίτερα βαριές.
Οι χώρες του Περσικού Κόλπου υπέστησαν ζημιές που υπολογίζονται σε περίπου 58 δισεκατομμύρια δολάρια.
Για το Ιράν, οι εκτιμήσεις είναι ακόμη πιο δραματικές.
Το κόστος ανοικοδόμησης της χώρας υπολογίζεται ότι μπορεί να φθάσει τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, εξαιτίας των ζημιών σε υποδομές, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ενεργειακά δίκτυα και στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τους αναλυτές του άρθρου, το Ιράν διατήρησε σημαντικό μέρος του πυραυλικού και μη επανδρωμένου οπλοστασίου του, ενώ εξακολουθεί να διαθέτει τεχνογνωσία και αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο μέλλον.

Τα κέρδη των Big Oil
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά οικονομικά στοιχεία της σύγκρουσης αφορά τα κέρδη της πετρελαϊκής βιομηχανίας.
Η περιβαλλοντική οργάνωση 350.org υπολόγισε ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο κατέβαλαν περίπου 374 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον προς τις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω της ανόδου των τιμών.
Με βάση σενάρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η ίδια οργάνωση εκτιμά ότι το ποσό αυτό θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του έτους, ακόμη και αν η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ αποκατασταθεί πλήρως.
Ουσιαστικά, η κρίση λειτούργησε ως ένας μηχανισμός μαζικής μεταφοράς πλούτου από καταναλωτές και επιχειρήσεις προς τον τομέα των ορυκτών καυσίμων.
Παράλληλα, η ίδια η συμφωνία τερματισμού του πολέμου συνεπάγεται σημαντικό οικονομικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το Μνημόνιο Κατανόησης προβλέπει σταδιακή άρση των κυρώσεων κατά του Ιράν, αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και τη δημιουργία ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι παραχωρήσεις αυτές αποτελούν ουσιαστικά το τίμημα που καταβλήθηκε προκειμένου να εξασφαλιστεί η επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz και να αποφευχθεί μια ακόμη βαθύτερη παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Επιπλέον, η συμφωνία προβλέπει ελεύθερη διέλευση από τα Στενά μόνο για εξήντα ημέρες, ενώ υπάρχουν φόβοι ότι στη συνέχεια η Τεχεράνη, σε συνεργασία με το Ομάν, θα επιδιώξει την επιβολή τελών διέλευσης στα πλοία, δημιουργώντας ένα νέο, μόνιμο κόστος για το παγκόσμιο εμπόριο.
Εφιαλτικός ο συνολικός λογαριασμός
Συνολικά, εάν συνυπολογιστούν το κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές και φορολογουμένους (132 δισ. δολάρια), η συμπληρωματική στρατιωτική χρηματοδότηση (80 δισ.), οι ζημιές στις χώρες του Κόλπου (58 δισ.), το εκτιμώμενο κόστος ανοικοδόμησης του Ιράν (300 δισ.) και το ταμείο ανοικοδόμησης που προβλέπει η συμφωνία (300 δισ.), προκύπτει ένα άμεσο οικονομικό αποτύπωμα που προσεγγίζει τα 870 δισεκατομμύρια δολάρια.
Εάν προστεθούν και τα έκτακτα κέρδη των ενεργειακών εταιρειών ύψους 374 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το συνολικό οικονομικό βάρος ξεπερνά τα 1,24 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Στο δυσμενέστερο σενάριο, όπου τα ενεργειακά υπερκέρδη φθάσουν τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια, το συνολικό κόστος της κρίσης θα μπορούσε να αγγίξει τα 1,57 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται, η σύγκρουση φαίνεται να προκάλεσε ένα τεράστιο οικονομικό, στρατιωτικό και κοινωνικό βάρος, χωρίς να επιτύχει πλήρως τους αρχικούς στρατηγικούς στόχους που είχαν τεθεί.
Αντίθετα, άφησε πίσω της μια εύθραυστη συμφωνία, αυξημένες ενεργειακές τιμές, εξασθενημένα στρατιωτικά αποθέματα, υψηλό κόστος ανοικοδόμησης και μια παγκόσμια οικονομία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της μεγαλύτερης ενεργειακής αναταραχής μετά την πανδημία.
Την ίδια ώρα, η συμφωνία κρίνεται ευθραυστή, και τίποτα δεν προδικάζει ότι δεν θα επεναληφθούν οι πολεμικές συγκρούσεις.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών